Γιούροσταρ κατατρεγμένοι από τη μοίρα. 8. 1963

Οι καλλιτέχνες της χρονιάς

Για τον Ronnie Carroll, βλ. 1962

Annie Palmen (NL 63-Anna Maria de Rooden Palmen): Γεννήθηκε το 1926 στο Ijmuiden και πέθανε από καρκίνο το 2000 στο Beverwijk, έχοντας ήδη χτυπηθεί από τη νόσο του Alzheimer στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Η καριέρα της σταμάτησε το 1972, μετά από βούληση της δισκογραφικής της εταιρείας.

Heidi Brühl (GER 63-Heidi Rosemarie Brühl): Γεννήθηκε το 1942 στο Gräfelfing (Μόναχο) και πέθανε στο Starnberg το 1991, από καρκίνο, κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης αφαίρεσης στήθους, αρνούμενη να κάνει χημειοθεραπεία· ουσιαστικά δεν συνήλθε από την αναισθησία. Μεγάλωσε με τον πατέρα της, μετά από το διαζύγιο των γονιών της. Ήταν από παιδί μεγάλη σταρ του σινεμά. Το 1963 έχασε τον πατέρα της, που ήταν ουσιαστικά και ο μάνατζέρ της, έτσι αποφάσισε να ξενιτευτεί, κυνηγώντας τη διεθνή καριέρα. Πρωτοπήγε στη Ρώμη και μετά στην Αμερική, όπου συνδέθηκε πρώτα με έναν άλλο ηθοποιό, πριν παντρευτεί τελικά τον Αμερικανό ηθοποιό Brett Halsey, με τον οποίο χώρισαν το 1976. Το 1971 έκανε το λάθος να φύγει από τη δισκογραφική Phillips, με την τραγουδιστική καριέρα της να μην είναι ποτέ πια η ίδια. Συνέχισε, ωστόσο, ακάθεκτη στο θέατρο και την τηλεόραση. Είχε επιλεγεί από την αρχή να πει τα πέντε τραγούδια του τελικού, αλλά αρρώστησε, έτσι προσφέρθηκε η Margot Eskens (GER 66). Όταν κι εκείνη έπεσε στο κρεβάτι με ηπατίτιδα, η Brühl «νεκραναστήθηκε» και πήγε στην επιλογή, αν και δεν ήταν καθόλου καλά.

Carmela Corren (AUS 63-Carmela Bizman, כרמלה קורן): Γεννήθηκε το 1938 στο Τελ Αβίβ, όπου ζει έως σήμερα. Είναι η πρώτη γηγενής Ισραηλίτισσα που “πάτησε το πόδι της” στον διαγωνισμό. Κάποια στιγμή άφησε για λίγο τον χορό, λόγω ενός τραυματισμού, έτσι, όταν θέλησε να επανέλθει στην κορυφή, της ήταν αδύνατο. Γι’ αυτόν τον λόγο έγινε τραγουδίστρια της οπερέτας και των μιούζικαλ. Αναγκάστηκε και πάλι να διακόψει την καριέρα της, όταν υπηρέτησε τη στρατιωτική της θητεία. Έκανε καριέρα στις γερμανόφωνες χώρες, ενώ αργότερα περιορίστηκε σε ιουδαϊκές γιορτές.

Anita Τhallaug (NOR 63): Γεννήθηκε το 1938 στο Baerum. Είναι γνωστή ηθοποιός της τηλεόρασης, του θεάτρου και του σινεμά. προσωπικά προβλήματα την ανάγκασαν να αποσυρθεί για μεγάλο διάστημα στη Βόρεια Νορβηγία, όπου εμφανιζόταν σποραδικά, ενώ επέστρεψε στην τηλεόραση, ως καλεσμένη, το 1977. Ακολούθησε νέα περίοδος αποχής, μέχρι το 1988. 10 χρόνια μετά αποσύρθηκε οριστικά.

Emilio Pericoli (ITA 63): Γεννήθηκε το 1928 στο Cesenatico και πέθανε το 2013 στο γηροκομείο του Savignano sul Rubicone της Gambettola μετά από σύντομη ασθένεια. Γιος ναυτικού, αρχικά μετακόμισε στο Μιλάνο, όπου εργαζόταν ως μαθητευόμενος λογιστής και το βράδυ τραγουδούσε σε καφέ και κλαμπ. Η καριέρα του ως τραγουδιστή (σε Ιταλία, ΗΠΑ και Λατινική Αμερική) ολοκληρώθηκε ουσιαστικά το 1969, έχοντας αλλάξει πολλές δισκογραφικές εταιρείες, επανήλθε όμως δυναμικά από το 1992 μέχρι το 2004 με πέντε άλμπουμ, ηχογραφημένα στο Μεξικό. Υπήρξε και ηθοποιός. Μέχρι τον θάνατό του ήταν ο γηραιότερος νικητής του Σαν Ρέμο που ζούσε ακόμα.

Laila Halme (FIN 63-Laila Soppi-Halme): Γεννήθηκε το 1934 στο Jääski και είναι μητέρα του, επίσης τραγουδιστή, Jussi Halme, ο οποίος μετείχε σε δύο εθνικούς τελικούς: το 1987 (οπότε παρουσίασε η μητέρα του το πρόγραμμα), και το 1990. Φαίνεται πως αποσύρθηκε πολύ γρήγορα από τα φώτα της δημοσιότητας, αν και κάνει σποραδικές εμφανίσεις μέχρι σήμερα.

Grethe & Jørgen Ingmann (DEN 63-Isa Grethe Clemmensen Ingmann-Pedersen & Jørgen Ingmann-Pedersen): Εκείνος γεννήθηκε το 1925 στην Κοπεγχάγη και εκείνη το 1938. Συναντήθηκαν το 1955 και παντρεύτηκαν ένα χρόνο μετά. Λίγο μετά τη Γιουροβίζιον, η Grethe έμεινε έγκυος και ακύρωσαν την τουρνέ τους. Έτσι ο διαγωνισμός δεν τους βοήθησε και πολύ. Το 1975 χώρισαν και έκαναν καριέρα, εκείνη ως τραγουδίστρια και εκείνος ως κιθαρίστας. Ακολούθησε δεύτερος γάμος κι ακόμα ένας χωρισμός. Εκείνη απεβίωσε το 1990 από την επάρατη νόσο. Εκείνος πέθανε τον Μάρτιο του 2015 στο Holte.

Ο Vice Vukov (YUG 63, 65) ήταν Κροάτης. Γεννήθηκε το 1936 στο Šibenik από μια οικογένεια πέντε αδερφών και πέθανε το 2008 στο Zagreb. Κατηγορήθηκε το 1971 ως εθνικιστής και απαγορεύτηκαν οι δίσκοι του, όταν έγινε το κίνημα της «Κροατικής άνοιξης», ερήμην του, διότι έλειπε στην Αυστραλία για περιοδεία. Η γυναίκα του τον ειδοποίησε να μην επιστρέψει, διότι κινδύνευε να συλληφθεί, έτσι κατέφυγε στη Γαλλία, από όπου επέστρεψε το 1976. Τα τραγούδια του δεν παίζονταν στα ραδιόφωνα και πολλοί σταθμοί μάλιστα κατέστρεψαν τους δίσκους, έτσι η καριέρα του δεν κατάφερε να απογειωθεί ποτέ ξανά. Συνολικά έζησε 18 χρόνια εξόριστος από το καθεστώς του Τίτο. Αναγνωρίστηκε μόνο μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Είχε μάστερ στη Διεθνή Πολιτική, έτσι τον Ιανουάριο του 2001 διορίστηκε στα 64 του Πρέσβης στη Βέρνη, ένα χρόνο πριν από τη συνταξιοδότησή του. Στις εκλογές του 2003 εξελέγη βουλευτής με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Το 2005, καθώς κατέβαινε τα σκαλιά της βουλής, γλίστρησε και έπεσε, τραυματίζοντας το κεφάλι του. Μπήκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου χειρουργήθηκε, αλλά έπεσε σε κώμα λίγο μετά. Το 2006 βγήκε μια ανακοίνωση πως είχε μείνει «φυτό», κάτι που όμως δεν ίσχυε, διότι τον επόμενο χρόνο είχε πολλές στιγμές διαύγειας και αναλαμπών. Τελικά απεβίωσε το 2008.

Esther Ofarim (SWI 63-Esther Zaled, אסתר עופרים‎): Ισραηλίτισσα, πολύ διάσημη το ’60 στην Κεντρική Ευρώπη και το Ισραήλ, γεννήθηκε το 1941 στο Safed. Ξεκίνησε ως χορεύτρια και εν συνεχεία έγινε ηθοποιός και τραγουδίστρια. Έκανε καριέρα στις γερμανόφωνες χώρες και τις ΗΠΑ.

Alain Barrière (FRA 63-Alain Bellec). Γεννήθηκε το 1935 στο Trinité-sur-Mer, έχοντας βρετονικό και ιταλικό αίμα και πέθανε στα τέλη του 2019. Αλητάκος και ποιητής ταυτόχρονα, παράτησε το σχολείο στα 14 του, για τα σπορ. Λίγα χρόνια μετά επανήλθε στα θρανία και πήρε πτυχίο μηχανικού. Το 1959 πηγαίνει στην πρωτεύουσα και ανακαλύπτει τους μεγάλους ποιητές, ενώ παράλληλα εργάζεται νυχθημερόν, για να επιβιώσει και καταλήγει στο νοσοκομείο με υπερκόπωση. Μηχανικός σε εταιρεία ελαστικών πλέον, σημειώνει την πρώτη του επιτυχία. Εκείνη τη χρονιά εκπλήρωσε ένα όνειρό του: άνοιξε έναν πολυχώρο (θέατρο, ντισκοτέκ, ρεστοράν), το Stirwen στη Βρετάνη, ενώ γεννιέται και η κόρη του. Δυστυχώς όμως άρχισε να τον ταλαιπωρεί μια πολύμηνη ασθένεια, που δεν τον άφηνε να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του. Το 1977, έχοντας βγάλει ακόμα ένα άλμπουμ, έζησε τη χρεωκοπία του πολυχώρου του. Ευερέθιστος, έχοντας τσακωθεί με τους περισσότερους συναδέλφους του, και αντιμετωπίζοντας κατηγορίες φοροδιαφυγής, αποσύρεται στην Καλιφόρνια και μετά στον Καναδά. Ακολούθησαν μεγάλα διαστήματα αποχής και ένα αποτυχημένο comeback το 1998.

José Guardiola (SPA 63- José García Guardiola Díaz de Rada): Γεννήθηκε το 1930 στη Βαρκελώνη, όπου και πέθανε το 2012. Παντρεύτηκε μια χορεύτρια 39 χρόνια μικρότερή του, την οποία τα δύο παιδιά του δεν ενέκριναν. Η πρώτη του σύζυγος του, Brígida Peiró, έδωσε δύσκολα το διαζύγιο και τον έτρεχε στα δικαστήρια. Είχε γράψει τον ύμνο της Ρεάλ Μαδρίτης. Εργάστηκε κατά κόρον ως ηθοποιός του σινεμά και της τηλεόρασης, κάνοντας καριέρα και στις μεταγλωττίσεις. Αποσύρθηκε οριστικά το 2008. Επρόκειτο να διαγωνιστεί με το Nubes de colores, το οποίο ακυρώθηκε, διότι έγινε νοθεία: ψήφιζαν 500 άτομα, ωστόσο έλαβε 900 ψήφους!

Monica Zetterlund (SWE 63- Eva Monica Nilsson): Γεννήθηκε στη μικρή πόλη του Hagfors το 1937. Σημείωσε μακρόχρονη καριέρα στο θέατρο, σε επιθεωρήσεις, καμπαρέ, καζίνο, αλλά και στο σινεμά. Το πρόβλημα της σκολίωσης που είχε την ανάγκασε να αποσυρθεί το 2000. Παντρεύτηκε και χώρισε τρεις φορές, ενώ με δύο συντρόφους της διατηρούσε μακροχρόνιες σχέσεις. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της χρησιμοποιούσε αναπηρικό καροτσάκι. Το 2005 κάηκε ζωντανή στο σπίτι της, στην πρωτεύουσα. Όταν ήταν παιδί, έπεσε από ένα δέντρο και έπαθε μόνιμη ζημιά στην πλάτη. Τραγουδούσε συνήθως καθιστή και περπατούσε με μπαστούνι. Η πραγματικά μυθιστορηματική ζωή της έγινε ταινία το 2013, με τίτλο «Monica Z», αποσπώντας πολλά βραβεία και κόβοντας πολλά εισιτήρια σε όλη την Ευρώπη.

Jacques Raymond (BEL 63, 71-Josef Remon): Γεννήθηκε το 1938 και ήταν τεχνικός σχεδιαστής πλοίων στη γενέτειρά του, το Temse, ωστόσο είχε πάει σε μουσικό σχολείο, κατόπιν πίεσης από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν ακορντεονίστας. Δειλά-δειλά, με επιρροές από καλλιτέχνες όπως ο Ντέμης Ρούσσος, έμαθε κιθάρα και ψυχαγωγούσε τους φαντάρους, όταν έκανε τη στρατιωτική του θητεία. Έκανε δική του δισκογραφική εταιρεία, μαζί με έναν έμπορο καλλυντικών και ήταν βαθύς γνώστης της μουσικής βιομηχανίας. Δεν έκανε ποτέ τη μεγάλη καριέρα, ωστόσο αρκετά τραγούδια του ακούστηκαν και εκτός συνόρων. Το 1963 μπήκε στον εθνικό τελικό ως αναπληρωματικός, αφότου ακυρώθηκαν δύο τραγούδια του Bob Benny (BEL 59, 61), ενώ το 1971, μαζί με τη Lily Castel, αναπλήρωσαν τους Nicole & Hugo (BEL 73), λόγω ασθένειας (ίκτερος ή ιλαρά) της Nicole.

Françoise Hardy (MON 63-Françoise Madeleine Hardy): Γεννήθηκε το 1944 στο Παρίσι. Φοιτήτρια της Γερμανικής Φιλολογίας, παράτησε τις σπουδές της, όταν έμαθε κιθάρα και τραγούδι. Έπαιξε σε ταινίες, αλλά και παρουσίασε πολλά τηλεοπτικά προγράμματα σε Γαλλία και Ιταλία. Λάτρης της αστρολογίας, έχει κάνει σχετικές ραδιοφωνικές εκπομπές. Είναι παντρεμένη με τον γνωστό bisexual ροκά Jacques Dutronc. Ο τελευταίος έχει γράψει και τη βιογραφία της, με τίτλο «Σούπερσταρ και ερημίτισσα» (Superstar et ermite). Το 1998 (στην 35η επέτειο) δήλωσε ότι η Γιουροβίζιον ήταν η πιο τραυματική εμπειρία στην καριέρα της κι ότι ήταν εντελώς πετρωμένη και τρομοκρατημένη μπροστά στην κάμερα. Ίσως το μεγαλύτερο gay icon στη Γαλλία μετά από τη Sheila.

Nana Mouskouri (LUX 63-Ιωάννα «Νάνα» Μούσχουρη): Γεννήθηκε το 1934 στα Χανιά. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός προβολών και η μητέρα της ταξιθέτρια σε ένα κινηματογράφο της πόλης. Όταν ήταν τριών ετών, μετακόμισαν στην Αθήνα, τα παιδικά της χρόνια ωστόσο σημαδεύτηκαν από την αντιναζιστική δράση του πατέρα της. Το 1961 παντρεύτηκε το Γιώργο Πετσίλα, πρώην μέλος του «Τρίο Καντσόνε», με τον οποίο απέκτησε το Νικόλα τον 1968 και την Ελένη (ή Λενού) το 1970 (4η στην ελληνική επιλογή του 2001). Το διαζύγιό τους βγήκε το 1975. Σήμερα ζει κυρίως στην Ελβετία με τον δεύτερο σύζυγό της, André Chapelle, τον οποίο παντρεύτηκε το 2003. Είναι μια από τις καλλιτέχνιδες με τις μεγαλύτερες πωλήσεις παγκοσμίως (υπολογίζονται στα 300 εκατομμύρια δίσκους). Θεωρείται φαινόμενο με σαράντα χρόνια αδιάκοπης διεθνούς καριέρας. Η μοναδικότητα της φωνής της οφείλεται στο γεγονός πως λειτουργεί μόνο η μία από τις δύο φωνητικές της χορδές.

2 Σχόλια

  • Θάνος

    Σπουδαία χρονιά το 1963, με πολλά μεγάλά ονόματα της ευρωπαικής μουσικής σκηνής να διαγωνίζονται, όπως η Francoise Hardy, η Νάνα Μούσχουρη, ο Alain Barriere, η Heidi Bruhl, η Ester Ofarim, αλλά και ονόματα που έκανα το μπαμ και έγραψαν την ιστορία τους με τον τρόπο τους έστω και στην πατρίδα τους, όπως ο Vice Vukov, η Monica Zetterlund, και φυσικά το ζευγάρι από τη Δανία που δικαιότατα κέρδισε με το υπέροχο και “στοιχειωτικό” ακόμα και σήμερα “Dansevise”. Μου έκανε μάλιστα εντύπωση πως στα Eurovision Home Concerts που έγιναν μετά την ακύρωση του διαγωνισμού του 2020 και κατά τη διάρκεια της ανοιξιάτικης καραντίνας, ήταν αρκετοί οι νέοι καλλιτέχνες (κυρίως βέβαια βορειοευρωπαίοι) που είχαν το Dansevise ως επιλογή για να το τραγουδήσουν από το σπίτι τους.

  • όχι άλλο κάρβουνο

    Όντως πολύ δυνατά ονόματα στο διαγωνισμό του 1963.
    Και συμφωνώ για το Dansevise.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.