Γιούροσταρ κατατρεγμένοι από τη μοίρα. 11. 1966

Οι καλλιτέχνες της χρονιάς

Margot Eskens (GER 66-Margot Eskens-Münchow): Γεννήθηκε το 1936 και εργαζόταν ως βοηθός οδοντιάτρου. Μετά από τον διαγωνισμό και την κακή της θέση, ο τύπος την «έσφαξε με το βαμβάκι», λέγοντας ότι το schlager έπιασε πάτο. Την βρήκαν (και όντως έτσι ήταν) άχρωμη. Είναι ακόμα ενεργή, τραγουδώντας άσματα της εποχής.

Ulla-Pia (DEN 66-Ulla Pia Bendorf Nielsen): Γεννήθηκε το 1945 στην Κοπεγχάγη. Τη δεκαετία του ’70 ήταν ακόμα ενεργή και έκανε περιοδείες, όμως οι αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις (ήθελε να μεγαλώσει την κόρη της) και μια ασθένεια την ανάγκασαν να εγκαταλείψει το 1979. Είχε μια σύντομη καριέρα, μολαταύτα θεωρείται μεγάλο όνομα της Δανικής μουσικής σκηνής. Τον Μάρτιο του 2020 διαγνώστηκε με σοβαρή μορφή καρκίνου στην πλάτη. Οι γιατροί της έδωσαν λίγους μήνες ζωής. Με προτροπή της μοναχοκόρης της Karina (από τον ένα και μοναδικό της γάμο, με τον κιθαρίστα Ole Berndorff, που κράτησε από το 1963 έως το 1968), παραχώρησε συνέντευξη σε περιοδικό. Εκεί εκμυστηρεύτηκε πως η τελευταία της επιθυμία ήταν να δει το εγγόνι της στο Πανεπιστήμιο. Τα κατάφερε…

Tonia (BEL 66-Arlette Antoine Dominicus): Γεννήθηκε το 1947 στο Anderlecht, από Ολλανδούς γονείς (είχαν μετακομίσει στη χώρα ήδη από το 1923) και πήρε τη βελγική υπηκοότητα πολύ μετά από το διαγωνισμό. Ο πατέρας της, Jef Dominicus, πήρε δύο φορές μέρος στον ποδηλατικό γύρο της Γαλλίας, ενώ η μητέρα της ήταν τραγουδίστρια της οπερέτας, αλλά και αρτίστα σε σώου. Οι τελευταία της ηχογράφηση έγινε το 1982. Παντρεύτηκε δύο φορές, με δύο μουσικούς, τον Albert Mertens (χώρισαν) και τον Paul Bourdiaudhy.

Michèle Torr (LUX 66, MON 77-Michelle Cléberte Tort, αργότερα Michelle Torr): Γεννήθηκε το 1947 στο Pertuis. Μέχρι τη δεκαετία του ’90 ήταν πολύ ενεργή, μετά περιόρισε κάπως τη δισκογραφία της. Έχει δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια, μια κόρη με τον σύζυγό της Jean Vidal, με τον οποίο χώρισαν έπειτα από 20 χρόνια γάμου, καθώς και ένα εξώγαμο γιο με τον τραγουδιστή Christophe, τον Romain, ο οποίος πάσχει από πολλαπλή σκλήρυνση και ο πατέρας του δεν αναγνώρισε ποτέ. Ζει κοντά στο Aix-en-Provence. Αξίζει να σημειωθεί πως το τραγούδι θεωρήθηκε αντιγραφή του It’s not unusual του Tom Jones. Κατά δήλωσή της, είχε πολύ τρακ και η φωνή δεν της έβγαινε, όπως ήθελε. Την είχε αγχώσει το πολύ κοινό της τηλεόρασης και ορκίστηκε να μην ξαναπάει (δεν το έκανε όμως, έτσι το 1977 «έκλεψε» την 4η θέση από το Μάθημα Σολφέζ). Το 2016 έκανε εγχείρηση καρδιάς.

Berta Ambrož (YUG 66): Γεννήθηκε το 1944 στο Tržič και πέθανε το 2003. Ήδη από το 1969 αποσύρθηκε από το τραγούδι και έζησε στο Kranj, όπου εργάστηκε ως γραμματέας σε γραφείο, εκεί όπου ήταν και πριν. Μάλιστα πήρε ειδική άδεια από τον εργοδότη της, για να μπορέσει να εμφανιστεί στη Γιουροβίζιον. Η Berta έχασε το τραίνο για το Λουξεμβούργο στη Λιουμπλιάνα κι έτσι πήγε ως τα σύνορα με ταξί που της πλήρωσε η TV-Ljubljana. Υπήρξε και άρθρο σε εφημερίδα ότι μεθοδευόταν να την αντικαταστήσει η Majda Sepe (την είχαν δει να συνοδεύει τον άνδρα της) και πως όταν την είδε με το ταξί, έφυγε εκείνη κρυφά με το τραίνο.

Åse Kleveland (NOR 66-Åse Maria Kleveland): Σουηδο-Νορβηγικής καταγωγής (από Νορβηγό μηχανικό πατέρα και Σουηδή βιβλιοθηκάριο μητέρα), γεννήθηκε το 1949 στη Στοκχόλμη. Ο πατέρας της είχε μεταναστεύσει από τη Νορβηγία στη Σουηδία λόγω της κατοχής της χώρας του από τους Ναζί. Το 1957 επέστρεψαν στο Όσλο, όπου ο πατέρας της εργάστηκε στο Ινστιτούτο Ατομικής Ενέργειας. Ο προτελευταίος της δίσκος κυκλοφόρησε το 1973 και ο τελευταίος το 2011. Στράφηκε από νωρίς στον συνδικαλισμό και την πολιτική (το 1996 προλόγισε τη Γιουροβίζιον ως Υπουργός Πολιτισμού). Πρωτοπόρος του διαγωνισμού, είναι η πρώτη που τόλμησε να εμφανιστεί χωρίς τουαλέτα, κάτι που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Ο πρώτος της σύζυγος ήταν ο σουηδός καλλιτέχνης Svenolov Ehrén. Ο δεύτερός της άνδρας είναι ο σκηνοθέτης Oddvar Bull Tuhus.

Ann Christine Nyström (FIN 66): Είναι Σουηδικής καταγωγής. Γεννήθηκε το 1944 στο Ελσίνκι. Θεωρείται η πρώτη ροκ τραγουδίστρια της χώρας. Συνέχισε να δισκογραφεί μέχρι το 1969 και να κάνει περιοδείες μέχρι το 1973, οπότε αποσύρθηκε, έγινε τραπεζικός και το 1976 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Στοκχόλμη, όπου ζει μέχρι σήμερα. Και ναι, στα νιάτα της έμοιαζε πολύ με τη Μαρία Μπονέλου.

Madalena Iglésias (POR 66-Madalena Lucília Iglésias do Vale): Γεννήθηκε στη Λισαβώνα το 1939 και πέθανε σε κλινική της Βαρκελώνης το 2018. Έχει δηλώσει με πικρία ότι η χώρα της και η κυβέρνηση δεν την στήριξαν όσο ήθελε και ότι έκανε καριέρα χάρη στους Ισπανούς και τις ισπανόφωνες χώρες (όσο κι αν αυτό πληγώνει τον πατριωτισμό των συμπατριωτών της), όπου έγινε πραγματική σταρ. Έζησε για αρκετά χρόνια στη Βενεζουέλα, ενώ από το 1987 μετακόμισε οριστικά στη Βαρκελώνη. Πολλοί πίστευαν ότι ήταν Ισπανίδα.

Για τον Udo Jürgens, βλ. 1964.

Lill Lindfors (Maj Lillemor Amanda Lindfors-SWE 66, παρουσίαση ESC 85) & Svante Thuresson (SWE 66): οι στίχοι (όπως και της συμμετοχής του 1968) είναι γραμμένοι στην αργκώ της νεολαίας της εποχής, με εκφράσεις που δεν χρησιμοποιούνται πια. Στο φλάουτο τους συνόδευσε ο Αμερικανός Zahif (Sahib) Shihab, ο πρώτος έγχρωμος που «πάτησε το πόδι του» στη σκηνή της Γιουροβίζιον Οι δισκογραφικές τους δεν τους άφησαν να το ηχογραφήσουν μαζί σε άλμπουμ, έτσι το είπε ο καθένας με άλλο παρτενέρ (την Ulla Hallin και τον Östen Warnenbring-SWE 67, αντίστοιχα). Εκείνος είναι γεννημένος το 1935 σε μια γειτονιά της Στοκχόλμης. Ξεκίνησε ως ντράμερ, συνέχισε ως τραγουδιστής και αργότερα έγινε μάνατζερ καλλιτεχνών και ειδικός στις μεταγλωττίσεις. Εκείνη είναι Φινλανδο-Σουηδή, γεννημένη στο Ελσίνκι το 1940. Αλησμόνητο, παρά τη δυσαρέσκεια της EBU, έμεινε το gag με το «προβληματικό φόρεμα», που αποκάλυψε στιγμιαία το εσώρουχό της, πριν βγάλει τα μανταλάκια που είχε κρυμμένα και το ξανακαλύψει, όταν παρουσίαζε τη Γιουροβίζιον του 1985. Από αγάπη για τη Βραζιλία υιοθέτησε δύο παιδιά από το Sao Paulo. Τα τελευταία χρόνια έχει ειδικευτεί σε One-woman show, μια μείξη κωμωδίας και τραγουδιού. Είναι δε από τις πρώτες που εισήγαγαν στη Σουηδία το stand-up comedy. Παντρεμένη με τον σκηνοθέτη Peter Wester από το 1969 έως το 1973, έχουν μαζί ένα παιδί. Σήμερα ζει στη Στοκχόλμη. Όπως δήλωσε πολλά χρόνια αργότερα, οι σκανδιναβικές χώρες ήταν συνεννοημένες να την ψηφίσουν, ως αντίδραση στο γαλλόφωνο μπλοκ (σαμπόταραν επίσης και τη νικήτρια, Αυστρία).

Raphael (SPA 66, 67-Miguel Rafael Martos Sánchez): Γεννήθηκε το 1943 στο Linares. Εξελίχθηκε σε πραγματικό σταρ, με διεθνή καριέρα. Το 2003 πέρασε μεγάλη περιπέτεια με την υγεία του, όταν υπεβλήθη σε μεταμόσχευση ήπατος, για να γιατρευτεί από ηπατίτιδα-Β. Έκτοτε έγινε ενεργός υποστηρικτής της δωρεάς οργάνων. Όλες οι ισπανικές εφημερίδες τον παρουσίαζαν ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί. Η δε ορχήστρα διέκοπτε τις πρόβες και τον χειροκροτούσε. Όταν δεν κέρδισε, έγραψαν: «το φεστιβάλ πέθανε!», «του δίνουμε ένα χρόνο ζωής το πολύ!», «ήταν ένας ψυχρός πόλεμος!» και άλλα παρόμοια. Η γαλλική Figaro μίλησε για Σκανδιναβική συνομωσία κατά των χωρών του Νότου, ενώ τόνισε πως οι άνδρες ήσαν καλύτεροι από τις γυναίκες που προτίμησαν το στυλ γιε-γιέ.

Madeleine Pascal (SWI 66): Γεννήθηκε το 1949 και είναι Γαλλίδα. Ηχογράφησε τέσσερα EP όλα κι όλα. Από ό, τι φαίνεται, μάλλον δεν συνέχισε την τραγουδιστική της καριέρα  στην ποπ και το γιε-γιέ. Η τύχη της έκτοτε αγνοείται. Γενικότερα κατατάσσεται στις λεγόμενες «Swinging Mademoiselles», δηλαδή τις (περίπου 120) δεσποινίδες και κοριτσίστικα γκρουπ που λικνίζονταν σαν κούκλες, δημιουργώντας ένα υποείδος μουσικής της δεκαετίας του ’60.

Téréza (MON 66, YUG 72-Teresa Kesovija): Γεννήθηκε το 1938 στο Kovanle. Έχει σπουδάσει φλάουτο, ενώ υπήρξε η αγαπημένη αοιδός του Τίτο (ήταν ερωτευμένος μαζί της, όπως δήλωσε η ίδια). Στις αρχές τις δεκαετίας του ’70, συντετριμμένη από το θάνατο του αδερφού της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και λίγο μετά του πατέρα και της θετής της μητέρας, επέστρεψε οριστικά στην Κροατία, εγκαταλείποντας προσωρινά την διεθνή της καριέρα. Το 1991 βομβαρδίστηκε και κάηκε το σπίτι της στο Dubrovnik, εξαφανίζοντας όλα τα ντοκουμέντα από την καλλιτεχνική της πορεία. Κατέφυγε τότε στο Ζάγκρεμπ, όπου έκανε τηλεφωνικές εκκλήσεις στο εξωτερικό, για τη λήξη του πολέμου, ούσα και η ίδια θύμα. Λέγεται μάλιστα ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει από τη στεναχώρια της. Η γέννηση της εγγονής της απάλυνε τον πόνο της, όπως και η ανακαίνιση ενός παλιού αριστοκρατικού σπιτιού του 18ου αιώνα στο Dubrovnik. Μετά από τον πόλεμο, επέστρεψε, παρόλο που δεν ήταν πια τόσο δημοφιλής, όσο στο παρελθόν.

Για τον Domenico Modugno, βλ. 1957.

Dominique Walter (FRA 66-Dominique Gruère): Γεννήθηκε στο 1942 στο Παρίσι. Γιος της τραγουδίστριας και παραγωγού Michèle Arnaud (FRA 56), τραγούδησε το πιο μισογυνικό γαλλόφωνο τραγούδι όλων των εποχών, το Les petits boudins («οι μικρές φακλάνες») για τις γυναίκες που κοιμούνται με τους πάντες και μετά διαπιστώνεις πόσο άσχημες είναι, γραμμένο από τον Serge Gainsbourg. Αυτό και άλλα σατιρικά και σεξιστικά τραγούδια που ερμήνευσε έκαναν το κοινό να τον θεωρήσει δύστροπο και αντιπαθητικό, με αποτέλεσμα η καριέρα του να τελειώσει το 1970. Αφού αποσύρθηκε άνοιξε ένα εστιατόριο στο 15ο διαμέρισμα του Παρισιού. Στο σήμερα ζει στην Palma με τη γυναίκα του Marie-Françoise. Έχουν τρία παιδιά, εκ των οποίων η Clémence Arnaud είναι δημοσιογράφος.

Milly Scott  (NL 66-Marion Henriette Louise Molly): Γεννήθηκε το 1933 στο Den Helder. Είναι κόρη ναυτικού του Βασιλικού Ολλανδικού Στόλου,  που σκοτώθηκε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχει καταγωγή από το Suriname. Δεν κυκλοφόρησε ποτέ ιδιαίτερα επιτυχημένους δίσκους, ωστόσο η καριέρα της συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια πρώτα στη Σουηδία, μετά στην Αγγλία και τέλος στη Γερμανία, πριν καταλήξει σε κρουαζιερόπλοιο. Το τελευταίο της άλμπουμ κυκλοφόρησε το 2000, ενώ εργάζεται και ως ηθοποιός. Είναι η πρώτη έγχρωμη τραγουδίστρια του διαγωνισμού. Η κακή της θέση αποδόθηκε – μεταξύ άλλων – και σε ρατσισμό.

Dickie Rock (IRL 66- Richard Rock): Πολύ πετυχημένος Ιρλανδός τραγουδιστής, γεννήθηκε το 1940 στην υποβαθμισμένη Cabra, γιος σιδερά και μποξέρ. Όταν εργάστηκε ως οξυγονοκολλητής στο Manchester τον εντυπωσίαζε η ακουστική των μετάλλων. Πέρασε από διάφορα γκρουπ. Μεταξύ 1963 και 1972 ήταν ο βασικός τραγουδιστής των Miami Showband, με τεράστια επιτυχία. Μάλιστα από τις τρελαμένες φαν του στο Μπέλφαστ προήλθε η λαϊκή έκφραση  “Spit on me Dickie” (= “φτύσε με, Ντίκι”), αφού ήθελαν το σάλιο του ως… ενθύμιο! Ο ίδιος, βέβαια, στην αυτοβιογραφία του, θεωρεί τον εαυτό του άσχημο και δεν καταλαβαίνει γιατί γινόταν αυτό. Φίλησε για πρώτη φορά κοπέλα στα 21 του κι αυτό παίζοντας… μπουκάλα. Αργότερα όμως αναπλήρωσε με το παραπάνω τα χαμένα χρόνια: «όταν σου το δίνει στο πιάτο, είναι σχεδόν αδύνατο για έναν άντρα να πει όχι!». Παλιότερα όμως ήταν πολύ πουριτανός σε σημείο, ακόμα κι όταν έβρεχε, να μην αφήνει τις φαν να μπαίνουν στο ίδιο λεωφορείο με εκείνον, για την αποφυγή αμαρτιών… Παραδέχτηκε πάντως πολλές απιστίες που είχε κάνει. Το γκρουπ του έγινε πρωτοσέλιδο το 1975, όταν τρία μέλη του δολοφονήθηκαν από παραστρατιωτικούς στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου δεν ξαναπάτησε για τα επόμενα δύο χρόνια. Τους έβαζαν τότε σε παγωμένα ξενοδοχεία και αποδυτήρια γεμάτα υγρασία και όταν ζήτησε καλύτερες παροχές, του βγήκε η φήμη του ιδιότροπου. Ο μικρότερος αδερφός του σκοτώθηκε πέφτοντας από τη μηχανή του και ο πρώτος του γιος γεννήθηκε με εγκεφαλική βλάβη και πέθανε ξαφνικά στα 24 του. Ο δεύτερος του γιος Richard ήταν αρχικά μέλος των Boyzone, αλλά τον έδιωξαν, επειδή δεν πήγαινε στα ραντεβού, κάτι που έγινε αγαπημένο θέμα των media. Αργότερα γνώρισε μια κόρη που είχε αποκτήσει σε ένα one night stand, πολύ αργότερα, όταν εκείνη ήταν 15 ετών. Έγινε εξαρτημένος από την ηρωίνη και μάλιστα κατέρρευσε στο δικαστήριο, ζητώντας την επιείκεια του δικαστή. Σήμερα είναι πια απεξαρτημένος και φανατικός πολέμιος του ποτού. Είχε τη φήμη του ιδιότροπου και τσιγκούνη. Κάποτε μετά από μια επιτυχία το γκρουπ αγόρασε γλυκά, για να το γιορτάσουν, αλλά εκείνος πήρε μόνο ένα μήλο, για να μην το μοιραστεί. Φέτος ξέσπασε η κόντρα του με τον Johnny Logan: ο δεύτερος είπε ότι ο Dicki Rock είναι κατά φαντασία θρύλος κι ότι δεν έκανε καμία σπουδαία καριέρα, με τον τελευταίο να απειλεί ότι θα τον… γρονθοκοπήσει (εξάλλου ο πατέρας του ήταν μποξέρ).

Kenneth McKellar: Γεννήθηκε στη Σκωτία το 1927 (στο Haisley, όπου και είναι θαμμένος) και απεβίωσε το 2010 από καρκίνο του παγκρέατος στις ΗΠΑ, στο σπίτι της κόρης του που μένει στην λίμνη Tahoe. Εκτός από την κόρη, έχει και ένα γιο, από την ελβετίδα σύζυγό του Hedy, που πέθανε το 1990. Ήταν γιος μανάβη και ερασιτέχνη τραγουδιστή. Σπούδασε δασοπονία στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen, μάλιστα εξάσκησε το επάγγελμα για δύο χρόνια, θέλοντας να αποκαταστήσει τα δάση που καταστράφηκαν λόγω του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Σύντομα εγκατέλειψε την όπερα και στράφηκε στη Σκωτσέζικη παραδοσιακή μουσική. Έκανε την πρώτη του ηχογράφηση, σπουδαστής ακόμα, όταν εν όψει μια εγχείρησης αφαίρεσης αμυγδαλών ένας φίλος του είπε χαριτολογώντας: «σε περίπτωση που γλιστρήσει το νυστέρι, ας υπάρχει ένας δίσκος για το μέλλον!». Η αποτυχία του στον διαγωνισμό δεν επηρέασε καθόλου τη θέση του στη σκωτσέζικη μουσική σκηνή. Αν και ήταν από τα φαβορί, ο Tύπος κατηγόρησε όχι εκείνον αλλά τις Σκανδιναβικές χώρες που έβλεπαν τοn διαγωνισμό ως αστείο και ψηφίζονταν μεταξύ τους. Είχε γίνει μεγάλη συζήτηση στο BBC για το αν έπρεπε ή όχι να εμφανιστεί με κιλτ. Ένα αιχμηρό σχόλιο ήρθε από Γιουγκοσλαβική εφημερίδα: θεωρούσαν ότι η συμμετοχή ήταν καλή, αλλά ότι η γυναίκα που την τραγούδησε φαινόταν λίγο… αντρογυναίκα! Έχοντας κάνει περιουσία, διέθετε ποσά για ανερχόμενους καλλιτέχνες. Αν και εθνικιστής, αντιτάχθηκε στη δημιουργία αυτόνομης σκωτικής Βουλής.

4 Σχόλια

  • όχι άλλο κάρβουνο

    Σχετικά με τη Michèle Torr, το τραγούδι της το 66 είχε όντως πολλές ομοιότητες (αποφεύγω τη λέξη αντιγραφή 🙂 ) με το It´s Not Unusual, όπως και αυτό του 77 με το Those Were The Days 😉

    Όσο για τον Ραφαέλ, καταλαβαίνω (ως ένα βαθμό τουλάχιστον) γιατί θεωρείται “εικονική” μορφή του Διαγωνισμού από τους φανς, αλλά προσωπικά ανέκαθεν θεωρούσα την ερμηνεία του το 66 επιεικώς πομπώδη, σε κωμικό, δυστυχώς, βαθμό. Όποτε έχω προσπαθήσει να δω το βίντεο του τραγουδιού, δεν κατάφερα να το δω μέχρι το τέλος.

  • Θανος

    Προσωπικά προτιμώ περισσότερο την συμμετοχή του Raphael του 1967. Το 66 ήταν όντως λίγο πομπώδης ακόμα και για τα δεδομένα των 60s. Μεγάλα πάντως ονόματα συμμετείχαν το 66 (έστω εκ των υστέρων μεγάλα όπως ο Dickie rock, ή Teresa, ή ase kleveland, ή Lill Lindfors, ο Raphael κλπ)

  • Dimitrios Mantzilas Dimitrios Mantzilas

    Ήταν όντως πομπώδης ο Raphael, ίσως γι’ αυτό και περιορίστηκε στην 7η θέση. Προσωπικά με εκνευρίζει ο Domenico Modugno. Δεν αντέχω τόσο εξπρεσιονισμό στην ερμηνεία!

    • όχι άλλο κάρβουνο

      Του Modugno η όποια υπερβολή στην ερμηνεία (αναφέρεσαι στο 66 περισσότερο και όχι τόσο στο 58 φαντάζομαι) ήταν αυθεντική κατά τη γνώμη μου. Ενοχλητική για πολύ κόσμο, και για μένα ως ένα βαθμό, αλλά αυθεντική.
      Ο Rafael αντιθέτως (προσωπική άποψη πάντα) έβγαζε κάτι το γκροτέσκο. Μια δηθενιά.
      Μπορεί να κάνω και λάθος, βέβαια 😉

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.